Βασικός κανόνας τουρκοαμερικανικών σχέσεων: Αμοιβαίος σεβασμός και κοινά συμφέροντα

Το νέο άρθρο του εκπροσώπου της Προεδρίας της Δημοκρατίας Ιμπραχίμ Καλίν που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Daily Sabah στις 28 Ιουλίου 2018

Βασικός κανόνας τουρκοαμερικανικών σχέσεων: Αμοιβαίος σεβασμός και κοινά συμφέροντα

 

Οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ θα μπορούσαν να σωθούν και να βελτιωθούν με την προϋπόθεση ότι η αμερικανική διοίκηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες της Τουρκίας για την ασφάλεια

 

 

Τα τελευταία χρόνια οι ενέργειες της Ουάσινγκτον δημιούργησαν μια σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ Τούρκων αξιωματούχων, αλλά και του γενικότερου πληθυσμού. Παρόλο που η Τουρκία συμμετείχε στον διεθνή συνασπισμό καταπολέμησης της Νταές και έδωσε δυνατότητα στον συνασπισμό να στοχεύει τρομοκράτες της Νταές από την Αεροπορική Βάση Ιντζιρλίκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν απρόθυμες να συνεργαστούν με τον τουρκικό στρατό στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ράκα. Αντ’ αυτού συνεργάστηκαν με τους τρομοκράτες της YPG –  που ακόμα και η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ δηλώνει δημόσια ότι αυτή εκπροσωπεί το συριακό παρακλάδι της τρομοκρατικής οργάνωσης PKK.

 

Η φαουστική συμφωνία της Ουάσιγκτον με αυτή την τρομοκρατική ομάδα η οποία όπως είχε υποσχεθεί τότε η διοίκηση Ομπάμα θα ήταν «προσωρινή, μια συμφωνία συναλλαγής και τακτικής», υιοθετήθηκε από την διοίκηση Τραμπ το περασμένο έτος. Ενώ είναι γεγονός ότι η τωρινή κυβέρνηση σταδιακά τήρησε αποστάσεις από την στρατηγική της CENTCOM και ως μέρος αυτής της προσπάθειας συμφώνησε επί ενός οδικού χάρτη για την από καιρό αναμενόμενη αποχώρηση της YPG από την Μανμπίτζ, η έλλειψη συγκεκριμένης αλλαγής πολιτικής εξακολουθεί να στοιχειώνει τις σχέσεις. Η Τουρκία δικαιολογείται να περιμένει την δίχως καθυστέρηση απεμπλοκή των ΗΠΑ από τους YPG οι οποίοι αυτή τη στιγμή διεξάγουν συνομιλίες με το καθεστώς Άσαντ.

 

Παράλληλα, η απροθυμία της διοίκησης Τραμπ να κάνει συγκεκριμένα βήματα για να ερευνήσει και να ασκήσει διώξεις για εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από την Γκουλενιστική Τρομοκρατική Ομάδα (FETÖ) σε αμερικανικό έδαφος, υπήρξε για την Τουρκία, τουλάχιστον, απογοητευτική. Ούτε το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει κάνει τίποτε πέρα από το να παρακωλύει τα αιτήματα για την έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία η οποία έχει μια συμφωνία έκδοσης με την Ουάσιγκτον. Η τουρκική κυβέρνηση ωστόσο αποθαρρυνμένη και απεγνωσμένη, διατήρησε την υπομονή της ακόμα και όταν το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης κυνήγησε ένα ανώτατο διοικητικό στέλεχος της Halkbank, τον Μεχμέτ Ατίλλα, με βάση κατασκευασμένα στοιχεία  που ζητήθηκαν από μέλη της FETÖ.

 

Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν δύσκολο για τους Τούρκους αξιωματούχους να βγάλουν νόημα από την δυσανάλογη απάντηση της διοίκησης Τραμπ, η οποία προφανώς πίστευε ότι θα μπορούσε να επιλύσει τα νομικά προβλήματα ενός Αμερικανού πολίτη χρησιμοποιώντας απειλητική γλώσσα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως επανειλημμένα έχουν καταστήσει σαφές οι τουρκικές αρχές, η πολιτική ηγεσία της χώρας μας δεν είναι σε θέση να παρεμβαίνει σε νομικές διαδικασίες που χειρίζεται η ανεξάρτητη δικαιοσύνη μας. Η απόφαση για το αν ο εν λόγω Αμερικανός πολίτης, Άντριου Μπράνσον παραμένει πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, αντιμετωπίζει κατ’ οίκον περιορισμό ή απελευθερώνεται, είναι μια απόφαση που μόνο τα δικαστήρια μπορούν να λάβουν.

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάνει μια σειρά από βήματα τα τελευταία χρόνια για να υπονομεύσουν τη στρατηγική τους εταιρική σχέση με την Τουρκία και να αποδυναμώσουν μια σχέση που ήταν ισχυρή και αμοιβαία παραγωγική. Η Τουρκία δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην υποβάθμιση αυτής της σχέσης – πέραν της προσπάθειας να τη σώσει από τους κοντόφθαλμους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην Ουάσινγκτον, ενεργώντας με συνέπεια και επανειλημμένα με καλή πίστη και ταυτόχρονα προσπίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα.

 

Οι σχέσεις θα μπορούσαν και σωθούν και να βελτιωθούν με την προϋπόθεση ότι η αμερικανική διοίκηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες της Τουρκίας για την ασφάλεια. Η Τουρκία δεν μπορεί να εθελοτυφλεί απέναντι στις ενέργειες μιας συμμάχου στο ΝΑΤΟ όταν απειλούν την εθνική της ασφάλεια μέσα και έξω από την χώρα. Ο Πρόεδρος Τραμπ μπορεί να έχει καλές προθέσεις για τις σχέσεις με τον Πρόεδρο Ερντογάν και την Τουρκία. Αυτό σίγουρα θα είναι αμοιβαίο όταν η σχέση βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και το κοινό συμφέρον. Η χρήση απειλών κατά της Τουρκίας δεν θα έχει αποτέλεσμα. Το μόνο που θα κάνουν είναι να βλάψουν τις σχέσεις. Η διοίκηση Τραμπ μπορεί να κάνει διοικητικής φύσεως βήματα εναντίον και της συνεργασίας ΗΠΑ-YPG, και του δικτύου της FETÖ στις ΗΠΑ. Αυτά δεν είναι περίπλοκα νομικά ζητήματα. Στην πραγματικότητα η Τουρκία ποτέ δεν ζήτησε τίποτε που να είναι εκτός οποιουδήποτε νομικού και νόμιμου πλαισίου. Μια στρατηγική σχέση δεν μπορεί να βασίζεται στα αιτήματα της μίας πλευράς. Θα πρέπει να είναι αμοιβαία και αμοιβαίως σεβαστή και επωφελής. Καμία σύμμαχος δεν θα δεχθεί τις ενέργειες μιας άλλης συμμάχου για να βλάψει τα εθνικά της συμφέροντα. Η Τουρκία δεν έχει συνεργαστεί, ούτε έχει υποθάλψει οποιαδήποτε ομάδα που θα μπορούσε να βλάψει τα αμερικανικά συμφέροντα και αναμένει από τις ΗΠΑ να κάνουν το ίδιο.

 



ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ