Το Στρατηγικό Σφάλμα της Αμερικής

O Άνταμ ΜακΚόνελ διδάσκει τουρκική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Sabancı

Το Στρατηγικό Σφάλμα της Αμερικής

 

του Άνταμ ΜακΚόνελ

 

Πριν από δυο εβδομάδες ένα μικρό κλιμάκιο Αμερικανών αξιωματούχων έφτασε στην Άνκαρα για συνομιλίες με Τούρκους πολιτικούς. Παρά την έντονη προσοχή που δόθηκε στις συναντήσεις, το μοναδικό συγκεκριμένο αποτέλεσμα φαίνεται να ήταν ένας μηχανισμός απευθείας διαλόγου που θα τεθεί σε λειτουργία τον επόμενο μήνα ο οποίος αποσκοπεί στην υπέρβαση των δυσκολιών επικοινωνίας μεταξύ των δυο πλευρών.

Πέρα από αυτήν την μοναδική εξέλιξη, οι υπόλοιπες υποθέσεις φαίνεται ότι παραμένουν όπως έχουν την τελευταία τετραετία. Καθημερινά Τούρκοι αξιωματούχοι επικρίνουν τη συνεργασία των ΗΠΑ με την PYD/PKK, και στην ίδια καθημερινή βάση οι Αμερικανοί αξιωματούχοι υπεκφεύγουν, αποφεύγουν και διαστρεβλώνουν τη σχέση της Αμερικής με την ίδια οργάνωση, η οποία χαρακτηρίζεται «τρομοκρατική» από τα ίδια τα ιδρύματα των ΗΠΑ.

Άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, ακόμα και η CIA, έχουν αναγνωρίσει την απλή πραγματικότητα ότι η PYD είναι βραχίονας της PKK. Αλλά οι Αμερικανοί εκπρόσωποι Τύπου, ή μάλιστα ακόμα και άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, προσποιούνται ότι έχουν σοκαριστεί, μάλιστα ακόμα και ότι έχουν θυμώσει, όταν Τούρκοι αξιωματούχοι επικρίνουν τη συμμαχία των ΗΠΑ με την PYD/PKK και βγάζουν αγανακτισμένες φωνές όταν αυξάνεται η οργή της τουρκικής κοινής γνώμης κατά των ΗΠΑ και βαθαίνει η δυσπιστία των Τούρκων για τις αμερικανικές προθέσεις. Κατηγορούν τον τουρκικό Τύπο ή άλλα σκιάχτρα για αποτελέσματα που ξεκάθαρα και σαφέστατα οφείλονται στις δικές τους λανθασμένες πολιτικές.

 

H PYD/PKK είναι απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας

Η απόφαση των ΗΠΑ να συνεργαστούν και στη συνέχεια να δημιουργήσουν μια λειτουργική, στρατιωτική συνεργασία χρονολογείται στα τέλη του 2014. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της διαβόητης επίθεσης της ΝΤΑΕΣ στη Ροζάβα, μια περιοχή στη βόρεια Συρία που συνορεύει με την Τουρκία, όταν η Τουρκική κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να επιτρέψει σε ένοπλους πολιτοφύλακες της Περιφερειακής Κουρδικής Διοίκησης του Ιράκ να διασχίσουν την τουρκική επικράτεια και να εισέλθουν στη Ροζάβα.

Αυτό που οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ομπάμα δεν κατάλαβαν – και στην πραγματικότητα πως θα μπορούσαν, όταν ένας επίδοξος συγγραφέας ηλικίας 30 και κάτι ετών (Μπεν Ρόουντς) ήταν ο κύριος σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Προέδρου Ομπάμα; - ήταν ότι η δημιουργία σχέσης με την PYD/PKK θα υποδαύλιζε (υπονόμευε) έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της τουρκοαμερικανικής συμμαχίας.

Αυτή η θεμελιώδης βάση είναι η παραδοσιακή ανάγκη της Τουρκίας για αυτό που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θα ονόμαζαν «υπεράκτιο εξισορροπητή». Από τα τέλη του 19ου αιώνα το κύριο μέλημα των αξιωματούχων πρώτα των Οθωμανών και ύστερα της Δημοκρατίας της Τουρκίας, ήταν η αναζήτηση μιας Υπερδύναμης ως συμμάχου που θα παρείχε ένα προπύργιο ενάντια στις άμεσες υφιστάμενες απειλές της οθωμανικής ή τουρκικής κυριαρχίας και όχι παράλληλα να συνιστά πρόσθετη απειλή.

Η Τουρκία τελικά βρήκε αυτόν τον σύμμαχο στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι από την πλευρά τους δεν ήταν πεπεισμένοι μέχρι το 1946, όταν αποφάσισαν ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς την ΕΣΣΔ και ότι ήταν προφανής ένας μακροχρόνιος πολιτικός αγώνας με τους Σοβιετικούς. Η Τουρκία που συνόρευε με την ΕΣΣΔ παρείχε έναν σύμμαχο πρώτης γραμμής, εντωμεταξύ οι ΗΠΑ θα απογείωναν και θα εκσυγχρόνιζαν τον πεπαλαιωμένο στρατό της Τουρκίας. Παρόλο που οι ΗΠΑ είχαν μεγάλο αριθμό στρατιωτών και αξιωματούχων στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η κατά πολύ μεγαλύτερη της ΕΣΣΔ και τα προφανή αμοιβαία οφέλη άμβλυναν κάθε τουρκική ανησυχία.

Αυτή η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Παρόλο που η Ρωσία εξασθένησε στιγμιαία, τα προηγούμενα 300 χρόνια είχαν δείξει πολύ καλά ότι η Ρωσία θα εξακολουθούσε να αποτελεί μια μακροχρόνια απειλή για την τουρκική κυριαρχία. Και όσο οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν πιο βαθιά στις περιφερειακές συρράξεις, οι εγκαταστάσεις τους στην Τουρκία εξακολούθησαν να είναι ζωτικής σημασίας.

 

Το σημείο καμπής του 2014

Ωστόσο, από τα τέλη του 2014, η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ρωσική απειλή παραμένει, ειδικά με την παρουσία της Μόσχας που έχει εγκαθιδρυθεί στην ταλανισμένη από τους πολέμους Συρία (την οποία επέτρεψε η αδράνεια της κυβέρνησης Ομπάμα). Αλλά η επιλογή της κυβέρνησης Ομπάμα να συμμαχήσει με την PYD/PKK σήμαινε συμμαχία με μια δύναμη η οποία βασίζει τον λόγο ύπαρξης της στο να απειλεί την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Ομπάμα επέλεξε να στηρίξει μια απειλή κατά της τουρκικής κυριαρχίας.

Από την τουρκική σκοπιά, η συνεργασία των ΗΠΑ με την PYD/PKK αποδυναμώνει πάραυτα την λογική της διατήρησης μιας στρατηγικής σχέσης με την Ουάσιγκτον επειδή οι ΗΠΑ επέλεξαν, στην ουσία, να αποτελέσουν στρατηγική απειλή. Η κατανόηση του πως οι ΗΠΑ υπέπεσαν σε ένα τέτοιο ατόπημα θα είναι ερώτημα για τους ιστορικούς, αλλά προς το παρόν μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένας συνδυασμός ανίδεης, εσφαλμένης και κοντόφθαλμης (ακόμη και μυωπικής) διαμόρφωσης πολιτικής, συν μια αποφασιστική απροθυμία των ΗΠΑ να εμπιστευτούν τις περιφερειακές τους συμμάχους (συγκεκριμένα την Τουρκία) ήταν τα βασικά στοιχεία που τις εξέτρεψαν από την πορεία τους.

 

Ο Γκιουλέν συνιστά επίσης απειλή για την τουρκική κυριαρχία

Δυστυχώς, η ατυχής συμμαχία των ΗΠΑ με την PKK δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Μετά τον Δεκέμβριο του 2013, όσοι ενδιαφέρονταν για το να προσεγγίσουν την τουρκική εσωτερική πολιτική με ένα ορθολογική και αντικειμενική ματιά κατάλαβαν ότι η αίρεση του Φετουλάχ Γκιουλέν είχε καταστεί απειλή για την τουρκική Δημοκρατία. Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 προσέθεσε τη βία και τη δολοφονία στην ήδη εμφανή απειλή, καθώς οι ακόλουθοι του Γκιουλέν χρησιμοποιήσαν μερίδα του τουρκικού στρατού για να πραγματοποιήσουν την απόπειρα πραξικοπήματος. Με άλλα λόγια, η οργάνωση του Γκιουλέν πρέπει να νοηθεί ως άμεση, βίαιη απειλή για την τουρκική κυβέρνηση και την δημοκρατικά εκλεγμένη πολιτική ηγεσία της.

Όπως γνωρίζουν όλοι, ο Γκιουλέν κατοικεί στις ΗΠΑ από το 1999. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από τη συνεργασία με την PKK/PYD, μια απειλή στην τουρκική κυριαρχία, οι ΗΠΑ παράσχουν καταφύγιο σε μια άλλη απειλή στην τουρκική κυριαρχία, τον Γκιουλέν. Και οι ΗΠΑ δεν έχουν κάνει κανένα συγκεκριμένο βήμα για την έκδοση του Γκιουλέν στην Τουρκία παρά αυτήν την πραγματικότητα.

Υπάρχει ακόμη μια περαιτέρω λογική διάσταση σε αυτό το ζήτημα. Εάν οι ΗΠΑ συνεργάζονται με μια απειλή εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας και προσφέρουν καταφύγιο σε μια άλλη, τότε η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Τουρκία δεν καραδοκεί ως μια πιθανή απειλή; Προσωπικά θα ήθελα να υποστηρίξω ότι δεν είναι, αλλά δεν είμαι ένας Τούρκος πολιτικός που έχει την ευθύνη της ζωής και της ευημερίας των ψηφοφόρων και εκλογέων του. Για τους Τούρκους αξιωματούχους, πολιτικούς και στρατιωτικούς, τα γεγονότα της τελευταίας πενταετίας περιπλέκουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη χώρα.

Η λογική των πρόσφατων γεγονότων και πιθανές μελλοντικές απρόβλεπτες καταστάσεις, αν μπορέσει κάποιος να υιοθετήσει για μια στιγμή την οπτική των Τούρκων αξιωματούχων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ που σταθμεύουν στην Τουρκία συνιστούν απειλή για την τουρκική κυριαρχία. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση που επικρατούσε κατά τα προηγούμενα 70 χρόνια, ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ νοούνταν ως εγγυητές της τουρκικής κυριαρχία, έχει αλλάξει ριζικά. Όταν κάποιος φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα και κατανοήσει πραγματικά τα γεγονότα και τη λογική που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα, τότε θα πρέπει να καταλάβει πιο εύκολα γιατί οι Τούρκοι πολιτικοί (και οι πολίτες) έχουν αρχίσει να είναι πιο βαθιά δύσπιστοι απέναντι στις ΗΠΑ και να εκφράζουν πιο ζωηρές και ακόμη και θυμωμένες αντιδράσεις στις πρόσφατες ενέργειες των ΗΠΑ.

 

Μεταβαλλόμενη στρατηγική προοπτική

Εάν οι ΗΠΑ συνιστούν άμεση απειλή για την τουρκική κυριαρχία τόσο μέσω της PYD / PKK όσο και μέσω της αίρεσης του Φετουλάχ Γκιουλέν, τότε οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον ένας «υπεράκτιος παράγοντας ισορροπίας» που ανακάλυψε η Τουρκία πριν από 75 χρόνια. Αντ’ αυτού οι ΗΠΑ φαίνονται να έχουν περάσει στην ίδια κατηγορία «άμεσης απειλής» που συνιστούσαν η Βρετανία και η Γαλλία τον 19ο αιώνα και η Ρωσία για 300 χρόνια. Οι πρωταγωνιστές αυτοί ήταν βαθιά απασχολημένοι με τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αν οι ΗΠΑ υποστηρίζουν μια ένοπλη ομάδα που θέλει επίσης να διαμελίσει την Δημοκρατία της Τουρκίας και προσφέρουν καταφύγιο σε μια θρησκευτική οργάνωση που έχει ήδη επιχειρήσει να διεκδικήσει δια της βίας την εξουσία των τουρκικών κρατικών ιδρυμάτων, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πρέπει να καταλάβουν ότι στα μάτια των Τούρκων δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους Βρετανούς και Γάλλους του 19ου αιώνα, ή τους Ρώσους. Έτσι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Τουρκία, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι απέναντι στους πολίτες τους ως δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, θα αρχίσουν να ψάχνουν έναν άλλο «παράκτιο παράγοντα εξισορρόπησης», ή θα πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους.

Ένα παράδειγμα είναι η προσπάθεια που καταβάλλει την τελευταία δεκαετία το τουρκικό κράτος, να καταστεί περισσότερο αυτάρκες στην ανάπτυξη σύγχρονων όπλων. Μόλις την περασμένη εβδομάδα οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ανακοίνωσαν την επικείμενη χρήση εξοπλισμένων μη επανδρωμένων χερσαίων οχημάτων στην προσπάθεια τους να διώξουν την PYD/PKK από το Αφρίν.

Από τον 19ο αιώνα, το οθωμανικό και το τουρκικό κράτος εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ξένους συμμάχους όχι μόνο στα όπλα αλλά ακόμα και στην τακτική εκπαίδευση των αξιωματικών. Στις πρόσφατες εκστρατείες, τόσο στην Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη όσο και στην Επιχείρηση Κλαδί Ελιάς, χρησιμοποιήθηκαν προηγμένα όπλα όπως εξοπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη τα οποία είναι εξ ολοκλήρου προϊόν τουρκικής έρευνας και ανάπτυξης.

Ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι εκστρατείες ήταν τόσο καλά σχεδιασμένες και εκτελεσμένες επιθετικές κινήσεις που όχι μόνο ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές αλλά επίσης προκάλεσαν ελάχιστες απώλειες αμάχων. Δηλαδή οι Τούρκοι στρατιωτικοί υπεύθυνοι για το σχεδιασμό και αξιωματικοί έχουν αναπτύξει ικανότητες στον ανταρτοπόλεμο, ακόμη και στις οδομαχίες, τις οποίες δεν έχουν επιδείξει ακόμα οι ΗΠΑ. Και όταν τελειώσουν οι συγκρούσεις οι Τούρκοι εργαζόμενοι στον τομέα των ανθρωπιστικών βοηθειών έρχονται γρήγορα για να βοηθήσουν τον ντόπιο πληθυσμό να ανοικοδομήσουν τη ζωή τους και την κοινότητα τους. Σε γενικές γραμμές η εξάρτηση των Τούρκων από ξένα όπλα, τεχνολογία και τακτικές μειώνεται με γοργούς ρυθμούς.

Αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι ότι οι αμερικανικές κυβερνήσεις, τόσο η τωρινή όσο και η προηγούμενη, επέλεξαν αυτό το μονοπάτι και έλαβαν αποφάσεις που ώθησαν τους Τούρκους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους να κινηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θέλουν να πείσουν τους Τούρκους πολίτες και πολιτικούς ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι αξιόπιστες και ότι οι ΗΠΑ δεν συνιστούν απευθείας απειλή για την τουρκική κυριαρχία, τότε θα πρέπει να υιοθετήσουν διαφορετικές αποφάσεις και ενέργειες.

 


Λέξεις-κλειδιά: Τουρκία-ΗΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ