Σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ: Είναι πιθανή μια επαναφορά;

Το νέο άρθρο του εκπροσώπου της Προεδρίας Ιμπραχίμ Καλίν που δημοσιεύτηκε στην αγγλόφωνη εφημερίδα Daily Sabah στις 3 Οκτωβρίου 2017

Σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ: Είναι πιθανή μια επαναφορά;

 

Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να αποκατασταθούν υπό την προϋπόθεση ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποδέχονται ότι μια άνιση και άδικη σχέση δεν είναι πλέον βιώσιμη

 

 

Η Τουρκία υπήρξε υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2005. Αυτό που κάποτε ήταν ένα συναρπαστικό και ελπιδοφόρο νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της χώρας με την υπόλοιπη Ευρώπη, έκτοτε οδήγησε σε περισσότερη απογοήτευση, ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη εμπιστοσύνης και εμπόδια στον δρόμο – περισσότερα από ό, τι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πριν από 12 χρόνια.

 

Τα προβλήματα και οι κρίσεις σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο προκάλεσαν εμφανή ένταση στις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών και ανέκοψαν την ενταξιακή διαδικασία. Είναι αυτονόητο ότι οι σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ χρειάζονται σίγουρα μια επαναφορά. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί αν και οι δύο πλευρές δεν συμφωνήσουν να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη δίκαια, με σεβασμό και σαν ίσο εταίρο.

 

Οι επικρίσεις σε βάρος της Τουρκίας μπορεί μεν να επιφέρουν βραχυπρόθεσμα λαϊκιστικά κέρδη, αλλά δεν εγγυώνται ειρήνη, ασφάλεια ή ευημερία για οποιονδήποτε. Για να είμαστε σαφείς, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα ξεπερνούν τα σύνορα της Τουρκίας και της Ευρώπης και επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των ισλαμικών και των δυτικών κοινωνιών σε μια εποχή παγκόσμιων κρίσεων, διαταρακτικού νατιβισμού, ανεξέλεγκτου ρατσισμού και αυξανόμενης απελπισίας ανά τον κόσμο. Είναι αδύνατο να προωθηθεί η παγκόσμια ειρήνη και να διατηρηθεί μια κουλτούρα σεβασμού και συνύπαρξης παγκοσμίως χωρίς να συναντηθούν ο ισλαμικός και ο δυτικός κόσμος για να διαχειριστούν τις διαφορές τους και να εργαστούν για το κοινό καλό του ανθρώπου.

 

Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, η εχθρότητα απέναντι στην Τουρκία έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της εσωτερικής πολιτικής, επειδή αποδίδει με τους δεξιούς ψηφοφόρους. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα ασήμαντο πρόβλημα πριν από μια δεκαετία, έχει πάντως γίνει μέρος του κυρίαρχου ρεύματος σήμερα. Ο κατευνασμός των δεξιών εξτρεμιστών μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες. Περιττό να ειπωθεί ότι το αντι-Ερντογανικό παραλήρημα στην Ευρώπη όχι μόνο τεντώνει τις σχέσεις μας με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αλλά και φέρνει σε επισφαλή θέση εκατομμύρια Τούρκων υπηκόων που ζουν στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η Τουρκία δεν είναι πια η χώρα που ήταν το 1963, όταν είχε εκφράσει αρχικό ενδιαφέρον για να ενταχθεί σε αυτό που τότε ονομαζόταν Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ούτε παρέμεινε όπως ήταν το 1999, όταν έγινε υποψήφια χώρα. Ο πληθυσμός μας σχεδόν τριπλασιάστηκε από τη δεκαετία του 1960. Το ΑΕΠ μας αυξήθηκε περισσότερο από 80 φορές από το 1963.

 

Αυτό που μερικοί παρατηρητές τείνουν να αγνοούν, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη δεν δείχνει σήμερα όπως έδειχνε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η γηραιά ήπειρος σήμερα χαρακτηρίζεται από νεοναζιστικό εξτρεμισμό, λαϊκισμό και εγκλήματα μίσους εναντίον μεταναστών, μουσουλμάνων και άλλων. Η ταχέως επιδεινούμενη κατάσταση της ασφάλειας στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες ορισμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να κλείσουν την πόρτα στην προσπάθεια προσχώρησης της Τουρκίας στην ΕΕ, οδήγησε σε σταθερή μείωση της υποστήριξης του τουρκικού λαού προς την ένταξη στην ΕΕ.

 

Η Τουρκία επιζητούσε μια νέα και πιο εποικοδομητική προσέγγιση, καθώς οι λαϊκιστές της Ευρώπης στόχευσαν στον πολιτισμό, τους εκλεγμένους ηγέτες και τα συμφέροντά της. Πιο πρόσφατα, μετά το συνταγματικό δημοψήφισμα του Απριλίου 2017 στην Τουρκία, ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συναντήθηκε με ευρωπαίους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, για να γυρίσει μια νέα σελίδα στις σχέσεις. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι η γερμανική κυβέρνηση, μαζί με πολλά άλλα ευρωπαϊκά έθνη, είχε εμπλακεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας παρέχοντας στήριξη στους αντιπάλους της συνταγματικής μεταρρύθμισης, συμπεριλαμβανομένων γνωστών μελών της PKK και της Γκουλενιστικής Τρομοκρατικής Ομάδας (FETÖ) και εμποδίζοντας φωνές υπέρ της μεταρρύθμισης να ακουστούν από Τούρκους πολίτες εντός των συνόρων της.

 

Σε μια συνάντηση με αξιωματούχους της ΕΕ στις Βρυξέλλες μετά το δημοψήφισμα, ο ΠτΔ επαναβεβαίωσε την δέσμευση για αναζωογόνηση των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ. Η ασφυκτική άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ευρώπη έχει αποτρέψει οποιαδήποτε πρόοδο.

 

Οι εκλογές του περασμένου μήνα στη Γερμανία απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι το μίσος που εξαπλώνεται κατά της Τουρκίας και του προέδρου Ερντογάν δεν θα απέτρεπε την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ευρώπη. Αν και οι ηγέτες των πιο δημοφιλών πολιτικών κομμάτων της Γερμανίας προέβησαν σε αυστηρές δηλώσεις σχετικά με τη χώρα μας κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι αριθμοί είναι αδύνατο να αγνοηθούν: Πάνω από 1 εκατομμύριο ψηφοφόροι που υποστήριξαν το CDU/CSU της καγκελαρίου Μέρκελ το 2013, συντάχθηκαν με την ανοιχτά ρατσιστική Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).

 

Ειδικά στην πρώην ανατολική, τα ριζοσπαστικά κινήματα, τόσο τα δεξιά όσο και τα αριστερά, σημείωσαν σημαντική επιτυχία έναντι των κυριοτέρων κομμάτων. Το γεγονός ότι τα ριζοσπαστικά κινήματα έγιναν πιο δημοφιλή σε μια εποχή που η γερμανική οικονομία πηγαίνει σχετικά καλά, κατ’ επέκταση δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα των παραδοσιακών υποθέσεων όσον αφορά την φτώχεια και την ριζοσπαστικοποίηση. Η πολιτική του κατευνασμού δεν πέτυχε πριν από έναν αιώνα και δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι θα πετύχει τώρα.

 

Θεωρούμε ότι η ένταξη στην ΕΕ αποτελεί στρατηγικό στόχο για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους και για λόγους ασφάλειας. Η Τουρκία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια της Ευρώπης σε έναν αυξανόμενα επικίνδυνο κόσμο. Παρόλα αυτά, δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε δύο μέτρα και δύο σταθμά, απειλές και καθαρή εχθρότητα.

 

Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να αποκατασταθούν υπό την προϋπόθεση ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποδέχονται ότι μια άνιση και άδικη σχέση δεν είναι πλέον βιώσιμη. Πρέπει να είναι διατεθειμένοι να σεβαστούν τις δημοκρατικές επιλογές του τουρκικού λαού. Να συμπεριφέρονται με σεβασμό στους εκλεγμένους ηγέτες της Τουρκίας και να την αντιμετωπίζουν σαν ίσο εταίρο.

 

Αυτό ισχύει για τη συμφωνία για το μεταναστευτικό μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ και την απελευθέρωση των θεωρήσεων στη ζώνη Σένγκεν, που θα έπρεπε να είχε παραχωρηθεί στους Τούρκους πολίτες εδώ και πολλά χρόνια. Είναι απλά άδικο να αντιμετωπίζεται η αποτυχία της Ευρώπης να εκπληρώνει τις δεσμεύσεις της, ως τεχνικό και μικρό θέμα και μετά να κατηγορείται η Τουρκία  ότι είναι πηγή προβλημάτων.

 

Μια σχέση εμπιστοσύνης, αμοιβαίου σεβασμού και αλληλεγγύης θα είναι επωφελής και για την Τουρκία και για την Ευρώπη. Αλλά αυτό δεν είναι μονόδρομος και δεν γίνεται να επιβαρύνεται μόνο η Τουρκία. Εάν για τον έναν ή τον άλλο λόγο η Ευρώπη αγνοεί την Τουρκία ή οποιαδήποτε χώρα για αυτό το θέμα, είναι απολύτως φυσικό να εξερευνήσει άλλες δυνατότητες. Επιπλέον, δεν έχει νόημα να αμφισβητηθεί η προσπάθεια της Τουρκίας να επεκτείνει τις προοπτικές εξωτερικής πολιτικής της πέρα από τον δυτικό ορίζοντα σε έναν κόσμο παγκόσμιας πολιτικής που διαμορφώνεται από πολλαπλά κέντρα.

 

Αντ 'αυτού, οι Ευρωπαίοι πρέπει να καταβάλουν πιο συντονισμένη προσπάθεια για να υπερνικήσουν την κληρονομιά του ευρωκεντισμού, η οποία, δεδομένων των πραγματικοτήτων του 21ου αιώνα, βλάπτει την Ευρώπη περισσότερο από άλλους και να δώσουν προσοχή στις δικαιολογημένες ανησυχίες της Τουρκίας για την ασφάλεια και τα συμφέροντά της. Οι αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας, της εμπιστοσύνης και του σεβασμού, αντί των δύο μέτρων και δύο σταθμών και των πολιτικών ελιγμών, είναι απαραίτητες για τη δημιουργία ενός νέου κλίματος μέσα στο οποίο θα είναι δυνατή η επαναφορά των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ.



ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ