Παγκόσμια Προοπτική (2018-38)

Μια δύση που γίνεται εσωστρεφής, ένας κόσμος που παγκοσμιοποιείται

Παγκόσμια Προοπτική (2018-38)

 

Καθηγητής Κουντρέντ Μπουλμπούλ*

 

Άρχισα να ενδιαφέρομαι για την παγκοσμιοποίηση κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν ήμουν ακόμα ένας νέος ακαδημαϊκός. Άραγε πως θα επηρέαζε αυτή η διαδικασία τις αναπτυσσόμενες χώρες και κυρίως την Τουρκία; Ποια στάση έπρεπε να υιοθετήσουμε απέναντι στην παγκοσμιοποίηση; Πόσο θα έπρεπε να την υποστηρίξουμε και πόσο να είμαστε αντίθετοι;

Αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα αποτέλεσαν αφορμή να κάνω διδακτορικό σε αυτό το θέμα. Στην πραγματικότητα, στις αρχές ήμουν πιο κοντά σε μια οπτική μιας φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που θα ήταν προς όφελος της ανθρωπότητας. Αλλά όταν το ολοκλήρωσα ο τίτλος του βιβλίου μου αποκάλυπτε την προσέγγιση μου: «Εξαναγκασμός και Συγκατάθεση, Η Τουρκία Ανάμεσα σε Παγκοσμιοποιήσεις» (Εκδόσεις Küre). Η παγκοσμιοποίηση ήταν μια πολυδιάστατη και όχι μονοδιάστατη, πολύπλευρη και όχι μονόπλευρη αλληλουχία διαδικασιών η οποία μαζί με τις διαστάσεις του εξαναγκασμού και της καταπίεσης περιείχε και τις διαστάσεις της ευκαιρίας και της συγκατάθεσης.

Η οπτική του χθες για την παγκοσμιοποίηση

Όταν άρχισα να μελετώ το θέμα η Δύση ήταν η προασπίστρια της παγκοσμιοποίησης. Υποστήριζε την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου και ότι είναι μη λειτουργικά τα πολιτικά σύνορα και πως έχουν χάσει το νόημα τους. Ο ανταγωνισμός, η συνεργασία, η κατάργηση των τελωνείων και των ποσοστώσεων ήταν έννοιες που αναδεικνύονταν περισσότερο. Οι διεθνείς οργανισμοί κατέβαλλαν επίσης προσπάθειες για έναν κόσμο χωρίς προστατευτισμό, πιο ανοικτό, ανταγωνιστικό και διαφανή.

Σε αντίθεση υψώνονταν αντιρρήσεις για την παγκοσμιοποίηση από τις λιγότερο αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Υπογράμμιζαν ότι η διαδικασία αυτή είναι προς το συμφέρον των δυτικών χωρών, ότι η κατάργηση του προστατευτισμού και των τελωνείων, η ανοικτή, ελεύθερη και ανταγωνιστική συνεργασία θα ευνοούσε περισσότερο τις δυτικές χώρες και εταιρείες. Υποστήριζαν ότι με αυτές τις πολιτικές θα εξασθενούσαν περαιτέρω και θα κατέληγαν λιγότερο ανταγωνιστικές.

Σε ιδεολογικό επίπεδο υποστηριζόταν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια νέα εκδοχή του καπιταλισμού, πως θα αυξήσει την εκμετάλλευση και ότι ο στόχος για να το πετύχουν αυτό ήταν η εξασθένηση του εθνικού κράτους. Σημειωνόταν επίσης ότι αυτό που πρέπει να γίνει είναι η δίχως συμβιβασμούς υπεράσπιση των εθνικών κρατών που αποτελούν το τελευταίο ασφαλές καταφύγιο από την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση.

Οι αντιδράσεις δεν ήταν προοδευτικές αλλά οπισθοδρομικές, ήταν μια αμυντική συμπεριφορά, ήταν αντιδραστικές. Κανείς δεν διερωτώταν πως θα αντιταχθούν στην παγκοσμιοποίηση με το εθνικό κράτος που είναι μια παλιά εκδοχή του καπιταλισμού, αν όντως η παγκοσμιοποίηση είναι μια νέα εκδοχή του καπιταλισμού.

Αυτό που συνέβη πραγματικά

Ύστερα από 30 χρόνια, πλησιάζοντας το 2020, μπορούμε να δούμε πιο άνετα κατά πόσο έγιναν πραγματικότητα σήμερα αυτές οι προσεγγίσεις και οι φόβοι της δεκαετίας του ’90.

Στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα η Δύση δεν είναι πια η προασπίστρια της παγκοσμιοποίησης. Οι χώρες που αποκόμισαν τα μεγαλύτερα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση δεν είναι οι δυτικές. Οι δυτικές χώρες και κυρίως οι ΗΠΑ οι οποίες δεν επωφελήθηκαν επαρκώς από την παγκοσμιοποίηση υποστηρίζουν σήμερα σχεδόν τις ίδιες θέσεις που υποστήριζαν οι αναπτυσσόμενες χώρες την δεκαετία του ’90. Δεν κάνουν σχεδόν καμία αναφορά στην κατάργηση των πολιτικών συνόρων, την ελεύθερη κυκλοφορία, τον ανταγωνισμό και την διαφάνεια. Ειδικά οι ΗΠΑ που απεύθυναν έκκληση επαναπατρισμού των επενδύσεων στο εξωτερικό, η ανέγερση τελωνειακών τειχών εναντίον σχεδόν κάθε χώρας, η επιβολή ποσοστώσεων είναι μια σαφής ένδειξη των πολιτικών αντιπαγκοσμιοποίησης. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την δεκαετία του ’90 ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ θα συγκροτούσαν ένα στρατό 10.000 ατόμων για να προστατεύσουν τα πολιτικά σύνορα από την αυξημένη μετανάστευση; Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες επιστρέφουν στις εθνιστικές πολιτικές.

Σε αντίθεση, οι χώρες που αποκόμισαν τα μεγαλύτερα κέρδη από τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης είναι οι αναπτυσσόμενες χώρες της δεκαετίας του ’90. Αναδείχθηκαν περισσότερο χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και η Τουρκία. Η Κίνα είναι υποστηρίκτρια περισσότερο παγκοσμιοποιητικών πολιτικών απέναντι στη Δύση. Η Τουρκία έπαιξε πολύ ωραία το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης μετά το 2000. Ενσωματώθηκε με τον κόσμο. Ανέβασε τον πήχη του εκδημοκρατισμού και των ελευθεριών. Όσο ξεπεράστηκε το καθεστώς κηδεμονίας και επεκτάθηκαν τα πεδία των ελευθεριών αναπτύχθηκε και η οικονομία της χώρας. Το εθνικό εισόδημα που ήταν 2.000 δολάρια πολλαπλασιάστηκε. Ένας άλλος λόγος που διένυσαν μια οπισθοδρόμηση οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση είναι η ενόχληση από μια Τουρκία που κατάφερε πια να λέει όχι χάρη στο επίπεδο της οικονομίας της και την αυτοπεποίθηση της.

Οι διανοούμενοι μας πρέπει να σπάσουν τα τετριμμένα

Αλλά κάποιοι διανοούμενοι στην Τουρκία και στον κόσμο δεν έχουν καταλάβει ακόμα πως ολοκληρώθηκαν στη Δύση και στις μη δυτικές κοινωνίες οι διαδικασίες παγκοσμιοποίησης κατά την τριακονταετία που έχει περάσει. Εξακολουθούν τις τετριμμένες εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν κατά τη δεκαετία του ’90. Δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δουν πως η Δύση γίνεται ολοένα και πιο επιθετική επειδή δεν καταφέρνει να αποκομίσει αρκετά κέρδη από την παγκοσμιοποίηση, ότι για αυτό επιστρέφει στις εσωστρεφείς, προστατευτικές πολιτικές και πως αποδίδει σήμερα περισσότερο νόημα στα πολιτικά σύνορα. Το άνοιγμα των συνόρων, οι πολιτικές διαφάνειας, η κυκλοφορία του κεφαλαίου είναι πράγματα που κάνουν οι χώρες που προανέφερα, οι οποίες αποκομίζουν τα περισσότερα κέρδη από την παγκοσμιοποίηση και όχι οι δυτικές χώρες.

Αναμφίβολα, δεν επωφελήθηκαν όλες οι αναπτυσσόμενες χώρες το ίδιο από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης. Μπορεί να υπάρχουν και χώρες που είχαν περισσότερες απώλειες διότι οι διαδικασίες αυτές δεν προσφέρουν ίσες ευκαιρίες στον καθένα. Αυτό που προσπαθώ να εξηγήσω είναι ότι οι διαδικασίες αυτές δεν κάνουν από μόνες τους καμία χώρα συνέχεια νικητή ή χαμένο, περιλαμβανομένων των δυτικών χωρών, αν αυτές δεν συμπεριφερθούν όπως πρέπει. Γι’ αυτό θα πρέπει να προσεγγίζουμε το θέμα αναλυτικά και όχι συλλογικά, συνετά και όχι με υποταγή ή απορρίπτοντας το, με κριτικό βλέμμα και όχι με τετριμμένες συνήθειες. Η περιττή αντιδραστικότητα βλάπτει περισσότερο αυτόν που αντιδρά.

Υπάρχει μια ρήση που λέει «δεν μπορείς να στεγνώσεις σήμερα τα ρούχα σου με τον χθεσινό ήλιο». Οι διανοούμενοι, οι ακαδημαϊκοί, οι γραφειοκράτες, οι πολιτικοί, οι κρατικές φυσιογνωμίες, οι επιχειρηματίες και οι απλοί άνθρωποι των μη δυτικών χωρών θα πρέπει να κάτσουν και να ξανασκεφτούν αυτά που συνέβησαν κατά την τελευταία τριακονταετία. Σε μια εποχή που η πληροφορία γίνεται πολύ γρήγορα παλιά, θα πρέπει να ξέρουν ότι η πληροφορία του χθες δεν είναι αρκετή για να εξηγήσει το σήμερα. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που ορίζεται με τις έννοιες «διεύρυνση, ένταση, ταχύτητα και επιρροή» και αλλάζει με ιλιγγιώδης ρυθμούς, δεν αρκούν στατικές, στάσιμες, αντιδραστικές προσεγγίσεις για να κατανοήσεις το σήμερα, πόσο μάλλον το αύριο.

*Ο καθηγητής Κουντρέντ Μπουλμπούλ είναι κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Γιλντιρίμ Μπεγιαζίτ της Άνκαρα.



ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ